Το Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα είναι μυθιστόρημα, του Έλληνα συγγραφέα Μενέλαου Λουντέμη. Εκδόθηκε το 1956, από τον εκδοτικό οίκο «Δίφρος». Πρόκειται για ένα από τα πιο γνωστά έργα του συγγραφέα. Το βιβλίο περιγράφει τους αγώνες και τους κόπους που καταβάλλει ένα παιδί, ο Μέλιος, για να μορφωθεί, να πάει στο σχολείο και τελικά να επιβιώσει.
Το μυθιστόρημα ξεκινάει με τη χαρακτηριστική φράση: «Ο αέρας φύσαγε σα γύφτος». Στο χωριό του Μέλιου το αφεντικό του δεν τον αφήνει να μορφωθεί, διότι υποστηρίζει πως θα του αποσπά την προσοχή από τη δουλειά. Ένας καλός δάσκαλος του χωριού θα καταλάβει τη δίψα του παιδιού για μάθηση και θα του δώσει, αρχικά, κάποια βιβλία. Ο Μέλιος μοιάζει να συγκλονίζεται από τα βιβλία, όσες φορές κι αν τα διαβάσει. Η όρεξή του για μάθηση, τελικά, θα τον προδώσει στο αφεντικό, που μόλις μαθαίνει ότι ο Μέλιος ασχολείται με τα βιβλία θυμώνει πολύ και του απαγορεύει να ξανασυναντήσει τον δάσκαλο. Οι δρόμοι του παιδιού και του δασκάλου χωρίζουν, ο Μέλιος πηγαίνει στην πόλη ολομόναχος, για να πάει σχολείο. Εκεί, θα ζήσει την αδικία και το δίκιο, την αγάπη και το μίσος, την καλοσύνη και την κακία, τη φιλία και την έχθρα, αλλά ο μόνιμος συνοδοιπόρος του σε αυτό το κακοτράχαλο ταξίδι θα είναι πάντα το βιβλίο και η αστείρευτη δίψα του για μάθηση.
…Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία. Τότε πήρε να γίνεται λόγος για κείνο το παραπαίδι, σ’ όλα τα σπίτια. Το ‘μαθε κι ο δάσκαλος, και μια μέρα του παράγγειλε να πάει να τον δει. Βάζει, λοιπόν, ένα παστρικό πουκάμισο και πάει.
-Α, έλα δω… του κάνει ο δάσκαλος. Εσύ είσαι που λες τα παραμύθια;
-Δε φταίω γω… έκανε το παιδί.
-Και ποιος σου είπε ότι φταις; Καλά καμωμένα είν’ αυτά πού κάνεις. Μα γιατί δεν έρχεσαι να σε γράψουμε να μάθεις και γράμματα του σκολειού; Έ; Δεν τ’ αγαπάς;
Γράμματα του σκολειού! Αν τ’ αγαπούσε! Μα υπήρχαν πιο γλυκά γράμματα! Πώς όμως να τα μάθει; Αυτός μάθαινε γράμματα του ποδαριού, γράμματα τής τρεχάλας, μιαν αράδα εδώ και μιαν εκεί. Μαζί με τα δαμάλια. Να βοσκάν εκείνα γρασίδι κι αυτός βιβλίο. Αν τ’ αγαπούσε λέει! Τι λόγια είν’ αυτά που λες, κυρ δάσκαλε! Μα πόσα κομμάτια θα γίνει ένα τόσο δα ανθρωπάκι; Βλέπεις, τα σκολειά σ’ αυτόν τον κόσμο είναι όλα σκολειά της μέρας. Ανοίγουνε τις πόρτες τους μαζί με τα μαντριά. Πού να πάει; Εδώ ή εκεί;
Πάει λοιπόν με το κοπάδι. Και παίρνει λίγο χρήμα, που είναι πηχτός ιδρός. Το μαζεύει λίγο λίγο, όπως το μερμηγκάκι το σπόρο. Έχει κάτι σχέδια… Σκοπεύει, σα θα μαζέψει κάμποσα, να πάει στο δάσκαλο και να του πει: «Να, πάρε, και δος μου γράμματα, γράμματα καλά όμως, του σκολειού…». Έχει την ελπίδα ότι έτσι δε θα τον διώξουν. Έχει ακουστά για τους δασκάλους ότι είναι καταδεχτικοί άνθρωποι και δε θα τον αποπάρουνε…
