Το Κόκκινο Σπίτι

“…Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ του να βλέπεις ένα κτίριο χωρίς να κρατάς μολύβι, και να το βλέπεις σχεδιάζοντάς το. Ακόμα και εκείνο που είναι το πιο οικείο στα μάτια μας γίνεται εντελώς άλλο αν βαλθείς να το σχεδιάσεις· αντιλαμβάνεσαι ότι το αγνοούσες, ότι δεν το είχες δει αληθινά”.

               Βαλερύ Πωλ, Όραση και σχεδίαση, στο Κείμενα για την τέχνη, Εκδόσεις Νεφέλη

Το οικείο για τους Θεσσαλονικείς “Κόκκινο Σπίτι” το αντιληφθήκαμε μέσα από την μελέτη αποκατάστασής του. Κατανοήσαμε ότι η υπόστασή του δεν εμπεριέχεται μόνο στην υλική του δομή αλλά και στο γεγονός της άφθαρτης μαρτυρίας του απέναντι στους ανθρώπους και σ’ εκείνη τη δυναμική που συνδέει τις ξεχασμένες εποχές μ’ αυτές που ακολουθούν και θα ακολουθήσουν.

Το Μέγαρο Ιωάννη Λόγγου, γνωστό σαν «Κόκκινο Σπίτι», είναι ένα από τα σημαντικότερα νεότερα μνημεία της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα κτίριο των πρώτων χρόνων της ανοικοδόμησης της πόλης μετά την πυρκαγιά. Το αρχιτεκτονικό του ύφος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα unicum βυζαντινίζοντος εκλεκτικισμού που αποτέλεσε μέσω κοινωνικής προβολής και όρισε το μέτρο της προσωπικής επιθυμίας των ιδιοκτητών για διαφοροποίηση, διάκριση και υπεροχή.

Πέρα όμως από την εξωτερική όψη εξίσου σημαντικό τεκμήριο για κοινωνική ανέλιξη αποτελεί η τυπολογία των κατόψεων αλλά και ο πλούσιος εσωτερικός διάκοσμος του Μεγάρου. Η εγγραφή του κτιρίου στη συλλογική μνήμη του τόπου το καθιστά ένα μοναδικό τοπόσημο για την πόλη.

Η μελέτη ανοικοδόμησης του κέντρου της πόλης μετά την πυρκαγιά του 1917 αποτυπώνει τις αρχές που αφορούν τη σχέση των μνημείων με τον αστικό ιστό και προτείνει τις νέες μορφολογικές κατευθύνσεις[1].

Οι άξονες του νέου ρυμοτομικού σχεδίου όρισαν το νέο πολεοδομικό πλέγμα πέριξ του βυζαντινού ναού. Ο ναός της Αγίας Σοφίας που διασώθηκε από την πυρκαγιά καθιερώνεται ως το σύμβολο της πόλης. Η Αγία Σοφία σε συνδυασμό με την πλατεία και τα κτίρια που την πλαισιώνουν ορίζουν τον τόπο συγκέντρωσης για εορτασμούς και επετείους που αφορούν την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Το «Κόκκινο Σπίτι» δεσπόζει σε κάθε φωτογραφική λήψη ιστορικών γεγονότων που διαδραματίζονται στην πλατεία, έως και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι σήμερα είναι αποτυπωμένο στη συλλογική μνήμη ως ένα από τα σημεία αναφοράς του κέντρου της πόλης, και ένα από τα χαρακτηριστικότερα νεότερα μνημεία του παραδομένου αστικού περιβάλλοντός της.

Ιστορικά

Το “Μέγαρο Λόγγου” χτίστηκε για λογαριασμό του Ιωάννη Κωνσταντίνου Λόγγου και της συζύγου του Θωμαής Καραμπέρη. Ο Ιωάννης Λόγγος αγόρασε το 1923 στο νοτιοδυτικό τμήμα της πλατείας Αγίας Σοφίας, το οικόπεδο αρ.6 του οικοδομικού τετραγώνου 5 στον περιζήτητο Τομέα της πυρίκαυστου ζώνης[2].

Το νέο σχέδιο για την πόλη προέβλεπε για την περιοχή αυτή να αποδοθεί σε υπηρεσίες και κατοικίες υψηλού και μεσαίου εισοδήματος[3].

Ο Ιωάννης Λόγγος ήταν μέλος της γνωστής ομώνυμης οικογένειας κλωστοϋφαντουργών από την Νάουσα. Και άλλα μέλη της οικογένειας Λόγγου δραστηριοποιούνται στην αγοροπωλησία οικοπέδων προσδοκώντας την αποκόμιση κέρδους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Γρηγόριου Δ. Λόγγου που συμμετέχει δυναμικά με αγοροπωλησίες στην ανερχόμενη κτηματαγορά της πυρίκαυστου[4]. Ανήκουν όλοι στην ομάδα των Ναουσαίων εμπόρων και βιομηχάνων που μαζί με τους υπόλοιπους Μακεδόνες έμπορους, καθόρισαν τη φυσιογνωμία της αστικής τάξης της Θεσσαλονίκης την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Ο Ιωάννης Λόγγος υπήρξε δραστήριο μέλος της βιομηχανικής κοινότητας της πόλης συμμετέχοντας ενεργά στην πολιτική ζωή[5]. Η σύζυγός του, Θωμαή Καραμπέρη, ήταν κόρη καπνέμπορου. Μάλιστα η προίκα της Θωμαής Καραμπέρη κάλυψε μεγάλο μέρος του κόστους κατασκευής του κτιρίου[6].

Οι κύριες όψεις διαμορφώνονται επί των οδών Αγίας Σοφίας και Ερμού. Βασικό στοιχείο του ρυθμού των όψεων είναι η χρήση των τοξωτών ανοιγμάτων, που υπερτονίζονται από ανάγλυφα κυμάτια. Η αλληλουχία των ανοιγμάτων, διακόπτεται από τις πυργοειδείς προεκβολές των κεντρικών τμημάτων των όψεων και του καμπυλόμορφου σαχνισιού, στην ακμή του κτιρίου. Για το σύνολο του πλήρους στις εξωτερικές τοιχοποιίες επιλέχθηκε επένδυση σταμπωτού κοκκινόχρωμου κονιάματος, σε απομίμηση συμπαγούς πλίνθου, για ανάδειξη δομικής υλικότητας, επί της οποίας προβάλλονται ευκρινώς όλα τα κοσμητικά, γλυπτικά στοιχεία σε απομίμηση υπόλευκης πέτρας. Βυζαντινού τύπου κιονόκρανα και επίκρανα, κορινθιακού τύπου κιονόκρανα και άλλα ασαφούς ρυθμολογικής προέλευσης δημιουργούν ένα ιδιότυπο είδος επάλληλων ρυθμών (ordres superposés).

Σε αντίθεση με τις προσόψεις οι όψεις προς τον ακάλυπτο χώρο χαρακτηρίζονται από μορφολογική λιτότητα και αποκλειστική μέριμνα για κάλυψη λειτουργικών αναγκών.

Συνοψίζοντας, η ασυνήθιστη πρόσοψη για τα δεδομένα της Θεσσαλονίκης προβάλλεται στην πλατεία της Αγίας Σοφίας με πομπώδες ύφος, λόγω της ζωηρής πλαστικής επεξεργασίας της και του διακοσμητικού της φόρτου σε άμεσο διάλογο με το βυζαντινό μνημείο.

Το αρχιτεκτονικό ύφος του κτιρίου ικανοποιούσε τις ανάγκες των ιδιοκτητών για προβολή και επίδειξη τόσο με τον πλούτο της φορμαλιστικής επεξεργασίας όσο και με την εφαρμογή νεωτερισμών και ανέσεων. Το κτίριο διέθετε πλήρη ηλεκτρική εγκατάσταση συνεχούς ρεύματος και λεβητοστάσιο για κεντρική θέρμανση και ζεστό νερό.

Κατασκευαστική δομή

Από κατασκευαστική άποψη το κτίριο βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα σε παλαιότερους τρόπους δόμησης που κληρονόμησε η τεχνολογική ανάπτυξη του 19ου αιώνα και στο πρωτοποριακό για την εποχή τρόπο δόμησης με χρήση οπλισμένου σκυροδέματος. Ο υβριδικός χαρακτήρας της κατασκευής γίνεται αντιληπτός από το μεικτό δομικό σύστημα που χρησιμοποιήθηκε και αποτελεί συνδυασμό φέρουσας τοιχοποιίας και στοιχείων από οπλισμένο σκυρόδεμα.

Το Μέγαρο Λόγγου σήμερα

Το 1983 το Υπουργείο Πολιτισμού αναγνωρίζοντας την ιστορική και καλλιτεχνική σπουδαιότητα του Μεγάρου Λόγγου, χαρακτήρισε το κτίριο ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο[16]. Το 2014 το κτίριο πέρασε στην ιδιοκτησία της εταιρείας Atlantis Pak Properties B.V. με στόχο να στεγαστούν τα γραφεία της εταιρείας στους ορόφους και καταστήματα στο ισόγειο. Η μελέτη αποκατάστασης και επανάχρησης εκπονήθηκε κατά τη διάρκεια 2014-2017 και σήμερα υλοποιείται.